www.mikrasiaflo.gr

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Βρίσκεστε εδώ: | Νέα - Ανακοινώσεις | Πασά Μπορέκ- Άρθρο της κ.Αγγελικής Γραφάκου

Πασά Μπορέκ- Άρθρο της κ.Αγγελικής Γραφάκου

E-mail Εκτύπωση PDF

 

 

Πασά μπορέκ

Το πατρικό μου στην Φλώρινα ήταν το πιο ψηλό σπίτι όλης της γειτονιάς. Διώροφο. Από τα τρία ηλιόλουστα μικρά μπαλκονάκια, πολύ κοντά το ένα από το άλλο, έβλεπες το βουνό τις στέγες των σπιτιών, τον μπαξέ με τις τουλίπες, την βυσσινιά, την καϊσιά και το κυπαρίσσι που υπάρχει ακόμα. Α, και την σκεπή από το λεγόμενο εργοστάσιο. Τι εργοστάσιο δηλαδή: οκτώ - δέκα αργαλιά και καμιά εικοσαριά γυναίκες , νέες και ηλικιωμένες που έφτιαχναν χειροποίητα χαλιά! Έρχονταν από πολλά μέρη της Ελλάδας ν’αγοράσουν.

Την ξέρω καλά αυτήν την εικόνα. Γιατί μικρό κοριτσάκι, όταν άπλωναν οι γυναίκες του σπιτιού, τα ξύλινα κοντάρια από το ένα μπαλκόνι στο άλλο και κρέμονταν τα σουτζούκια και οι παστουρμάδες με τα τσιμένια, μ’έβαζαν να τα επιβλέπω, γιατί οι γάτες καραδοκούσαν ανεβαίνοντας από μια κληματαριά, και ήταν ο καλύτερος μεζές τους. Στην αρχή το διασκέδαζα, μετά όμως βαριόμουν και γκρίνιαζα.

Εκείνη την ημέρα είχα κοιλόπονο από πολύ νωρίς το πρωί. Έτσι αποφάσισαν οι μεγάλοι, να μην πάει η μικρή σχολείο. Επίσης υπήρχε μια περίεργη κινητικότητα. Το κεβρεντισμένο ψωμί στην σόμπα πασαλειμμένο με βούτυρο, δεν υπήρχε όπως τις άλλες μέρες. Περίεργο κανείς δεν μου έδινε σημασία. Δεν μπορούσα ούτε να χαϊδευτώ, κάνοντας όλοι τα κέφια μου.Τα πατάκια, τα χαλιά, οι κουρελούδες είχαν βγει στο μπαλκόνι.

Η κουζίνα μας, τεράστια, ήταν και καθιστικό και υπνοδωμάτιο -αφού κοιμόταν η θεία μου παρ’ όλο που είχαμε τρεις κρεβατοκάμαρες- και χώρος υποδοχής επίσης. Εκεί ερχόντουσαν οι φίλες τους και οι γειτόνισσες και μιλούσαν και τραγουδούσαν στα Τούρκικα.

Είχε ένα πελώριο τραπέζι. Σήμερα λοιπόν ήταν γεμάτο με τενεκεδένια κουτιά, μικρά και μεγάλα. Στο μεγαλύτερο υπήρχε το αλεύρι και να τ’αυγά και να τα λιωμένα βούτυρα, να τα λάδια, να τα τυριά και τα ντούζια.

Γύρω γύρω από το τραπέζι, είχε κάτι ξύλινα δοκάρια, από πάνω μαξιλάρες και από πάνω μακρόστενα χειροποίητα χαλιά. Τα μιντέρια δηλαδή. Όταν έκαμναν λάθος οι εργάτριες, τα στρώναμε και καθόμασταν. Και για να μην φαίνονταν τα άχαρα ξύλα από κάτω, έβαζαν γύρω γύρω υφασμάτινους φαρμπαλάδες.

Σ’ ένα τοίχο είχε, ένα τεράστιο παράθυρο με τρία κάτια. Όταν περνούσε κάποιος ανυποψίαστος , άρχιζε η μάνα μου.

-«Κίμ κι μπου ατζαμπά;»(ποιος να είναι αυτός άραγε;)

Τι να θέλει στην γειτονιά μας!

- Μαμά τι σ’ενδιαφέρει;

Απάντηση δεν έπαιρνα. Μέχρι να της εξηγήσει η μεγάλη μου αδελφή και η άμπλα της (αδελφή της), δεν ησύχαζε.

Είχαμε και σαλόνι. Έναν διθέσιο καναπέ, δύο πολυθρόνες και καρέκλες σκαλιστές. Τα χρώματα του μαύρο, μπεζ και βεραμάν. Αλλά δεν τον θυμάμαι καλά γιατί ήταν πάντα σκεπασμένος με ραμμένα καλύμματα. Είχαμε και μπουφέ, σκαλιστός κι αυτός. Από κάτω του κρύβανε τους μπακλαβάδες και τα γκανταΐφια, σκεπασμένα με πετσέτες, που έκαμναν κάθε Χριστούγεννα απαραιτήτως. Ανάμεσα σε δύο πολυθρόνες στη γωνιά δέσποζε μια κούκλα ίσαμε το μπόϊ μου, που τα σατέν της και οι φρουφρουδένιες δαντέλες της, με ταξίδευαν στα παραμύθια με τις πριγκίπισσες.!!!!

- Θεία γιατί όταν ήρθατε από την Κιουτάχεια διαλέξατε την Φλώρινα για να ζήσετε;

- Γιατί της έμοιαζε. Και για το κλίμα. Λίγο είναι;

- Δηλαδή όταν κάνει κρύο εδώ κάνει κι’εκεί,και όταν λάμπει εδώ ο ήλιος, λάμπει κι εκεί;

- Γι’αυτό.

Το οκλαΐ (πλάστης) ήταν στα χέρια της όταν μιλούσαμε. Έπαιρνε τ’ αφρόπλαστα ζυμάρια και σύννεφο τ’αλεύρι. Και να, τα μαγικά της χέρια ανοίγανε τα φύλλα το ένα μετά το άλλο. Και στις κατσαρόλες στη μασίνα ν’αχνίζεται το νερό και να βουτάει μέσα τα φύλλα.

Η αδελφή μου στο πόδι πάντα, πήγαινε με το άλλο οκλάϊ τα φύλλα στα δωμάτια και τ’ άπλωνε σε παλιά σεντόνια να στεγνώνουν. Και μετά στα ταψιά τα βούτυρα, και να κάνουν φιογκάκια στις άκρες.

……Σάλα σάλα,σάλα σάλα το μαντήλι σου να φιλήσω την ελιά σου και τα χείλη σου….

- Μαμά πονάει η κοιλιά μου.

- Να μην έτρωγες τόσα βύσσινα και καΐσια από το δένδρο. Τα έπλυνες;

- Μαμά γιατί τόσες ετοιμασίες; Ποιος θα’ρθει σπίτι μας, ο Υπουργός;

- Θα έρθουν από την πρωτεύουσα. Θέλουν να δουν τα χαλιά μας. Και άμα είμαστε τυχεροί θα αγοράσουν κιόλας.

- Μαμά γιατί είναι τόσο δύσκολες οι πίτες;

- Αυτή την πίτα την έτρωγαν οι πασάδες, γι’ αυτό.

- Και πως λέγεται;

- Πασά μπορέκ.

Κατάλαβα η πίτα του πασά.

- Μαμά τώρα που θα ΄ρθουν οι πρωτευουσιάνοι να μην μιλάτε τούρκικα γιατί ντρέπομαι.

- «Σανά νέ; ισινί μπακ» (Τι σε νοιάζει εσένα; Κοίτα την δουλειά σου.)

Πήγα στο δωμάτιο μου, και έπεσα σε βαθειά περισυλλογή. Τώρα που το σκέφτομαι, ό,τι φαγητό ή γλυκό έκαμναν ήταν πολύ μπελαλίδικο. Θέλεις τα γκιουτσούκ-κουλούρ, θέλεις τους γκιοζλεμέδες, θέλεις τα γιαουρτλού και το μαντί. Ζόρικα πράγματα. Σφίχτηκε το στομάχι μου.

Στο σπίτι ζούσαμε δύο οικογένειες μαζί. Ο θείος μου, η θεία μου (αδελφή της μαμάς μου) η μαμά μου, ο μπαμπάς μου και τα τέσσερα παιδιά τους, εγώ η μικρότερη. Οι θείοι μου υιοθέτησαν όμως τον αδελφό μου για να έχουν κι αυτοί παιδί. Έτσι μια μέρα όταν γύρισαν από το Δικαστήριο, ξαφνικά ο αδελφός μου είχε δύο μαμάδες και δύο μπαμπάδες. Και όταν έλεγε «μαμά» γύριζαν και η μαμά μου και η θεία μου! Όταν όμως λέγαμε ποιηματάκια στο σχολείο και στον ραδιοφωνικό σταθμό και μας ρωτούσαν πώς λεγόμαστε λέγαμε διαφορετικά επίθετα.

- Τότε μήπως δεν είσαστε αδελφάκια;

- Όχι, όχι είμαστε. Τότε μπερδεύονταν οι μεγάλοι ακόμα πιο πολύ.

Κόντευε 12 το μεσημέρι κι ακόμη δεν τελείωσαν. Ο θείος μου πάντα αυτήν την ώρα ανέβαινε για το ουζάκι του. Ούτε παρά πέντε ούτε και πέντε. Ακριβώς 12. Όχι πολλά πράγματα δηλαδή, λίγο σουτζούκι, λίγο παστουρμά, λίγο φέτα κι ένα καραφάκι ούζο να στανιάρει και να συνεχίσει την δουλειά.

Στην κουζίνα δεν τραγουδάνε πια. Μεγάλο ζόρι τραβάνε οι γυναίκες.

- Να ετοιμάσεις το ούζο του θείου σου, με πρόσταξε η θεία μου. Η θεία μου ήταν γεννημένη ηγέτης. Όταν έλεγε κάτι ήταν διαταγή, αλλά και σωστό. «Αυτή έκανε κουμάντο στο εργοστάσιο» μου ψιθύρισε στο αυτί κρυφά η μαμά μου όταν είχαμε τα μυστικά μας,

- Αν μ’αφήσεις να φάω από την πίτα του Πασά!

Το στομάχι μου έγινε κουβάρι. Πολύ άγχος, ιεροτελεστία ολόκληρη.

- Μαμά καλύτερα να πήγαινα σχολείο.

- Νεντέν ντατλούμ γκουζούμ;(Γιατί γλυκό μου κορίτσι)

- Πήρα μια απόφαση μαμά, και δεν αλλάζω γνώμη. Αποφάσισα να μην παντρευτώ ποτέ στη ζωή μου.

- Είσαι μικρή ακόμα.

Εκείνη την ημέρα έφαγα την πίτα του Πασά και την ευχαριστήθηκα. Αλλά όταν μεγάλωσα και παντρεύτηκα, δεν την έκανα ποτέ…

Αγγελική Γραφάκου