www.mikrasiaflo.gr

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Βρίσκεστε εδώ: | Εκδηλώσεις | 2010 | Εκδήλωση για τη Μικρασιατική καταστροφή
E-mail Εκτύπωση PDF

19 Σεπτεμβρίου 2010

Ομιλία για την Μικρασιατική Καταστροφή

Ομιλητής: Χατζής Γεώργιος

Μικρασία 1922: Το δίκιο και το χρέος της μνήμης

Δυστυχώς, για να περιγράψουμε το κακό που μας βρήκε το '22, ορίσαμε να χρησιμοποιούμε τον όρο “καταστροφή”, μα η λέξη αυτή είναι πολύ μικρή για να σημάνει αυτό που συνέβη τότε. Και δεν ξέρω αν οι γλώσσες των ανθρώπων έχουν τίποτα λέξεις τόσο δυνατές και τόσο βαριές και κατάλληλες, για να μπορέσουμε να τις χρησιμοποιήσουμε. Τι τελικά έγινε το '22; Καταστροφή; Συμφορά; Γενοκτονία; Αφανισμός; Τι από όλα; Μήπως κάτι ακόμα πιο μεγάλο και πιο οδυνηρό;

Όμως η ιστορία της Μικράς Ασίας αρχίζει πολλά χρόνια πριν. Όχι χρόνια, μα αιώνες, χιλιετίες, τότε που οι Αχαιοί, για πρώτη φορά ενωμένοι, πατούσαν στην  αμμουδιά της Τροίας. Όταν η μήνις του Αχιλλέως, η πυγμή των Ατρειδών, η σοφία του Νέστορα και η παροιμιώδης ευστροφία του Οδυσσέα ορίσανε τους Έλληνες να διαφεντεύουν την περιοχή. Αυτό το γεγονός, που το ύμνησε ο Ίωνας επικός μας ποιητής, ο Όμηρος, συνέβη πάνω από 3000 χρόνια πριν, και από τότε στον Μικρασιατικό χώρο ούτε στιγμή δεν έπαψε να ακούγεται η ευήχης Ελληνική λαλιά.

Περνούσαν τα χρόνια και οι αιώνες, και οι Ίωνες Έλληνες με αίμα και ιδρώτα, συχνά κάτω από τυράννους, βασιλείς και σατράπες, απεργάζονταν την προκοπή τους, πνευματική και οικονομική. Οι σπουδαίες Ελληνίδες πόλεις, η Μίλητος, η Έφεσος, η Σάμος η Χίος ανέδειξαν ουρανομήκους αναστήματος φιλοσόφους στους οποίους το παγκόσμιο πνεύμα υποκλίνεται ακόμα και σήμερα. Μα και οι υπόλοιπες πόλεις, όπως η Κολοφώνα, η Λέβεδος, η Τέως, οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Φώκαια, καλλιέργησαν και τίμησαν  μέσα στους αιώνες το Ελληνικό πνεύμα και τον πολιτισμό. Πολιτισμό που γεννούσε πάντα δέος υπεροχής στους ασιατικούς λαούς, όσους διαλέγονταν μαζί του.

Μετά ήρθε ο Αλέξανδρος ο Μέγας,  και οι διάδοχοί του μετέπειτα, και κατόρθωσε ό,τι κανείς άλλος πριν, και έφερε την καλήν αλλοίωσιν στους βαρβάρους λαούς της Ανατολής, και τους έκανε Έλληνες όχι με το σπαθί, αλλά με το πνεύμα. Τους έκανε Έλληνες όχι στα χαρτιά, μοιράζοντας δωρεάν υπηκοότητες, αλλά στην σκέψη, μα κυρίως τους έκανε Έλληνες στην καρδιά, και φτάσανε όλοι αυτοί οι βάρβαροι ανατολίτες να μιλούν γλώσσα Ελληνική και να βλέπουν τον κόσμο μέσα από Ελληνικά μάτια. Μέσα από ίδια αυτά τα Ελληνικά μάτια είδανε οι Μικρασιάτες  το χαρμόσυνο μήνυμα που τους μετέφεραν κάποιοι Ιουδαίοι ψαράδες, και κάποιος γραμματιζούμενος απο την Ταρσό, και φτιάξανε τις θρυλικές εκκλησίες των αποστολικών Επιστολών και της Αποκάλυψης, και όλα αυτά υπόδουλοι όντες στην πεζή Ρωμαϊκή ειρήνη, αλλά και κατακτητές οι ίδιοι με το μυρωμένο πνεύμα τους.

Και έπειτα μια Ελληνίδα Μικρασιάτισσα που την λέγανε Ελένη γέννησε τον Κωνσταντίνο, που αργότερα η Ιστορία τον είπε και Μέγα και αυτός έφτιαξε ένα ισχυρό κράτος με κέντρο τον Μικρασιατικό χώρο, και ίδρυσε πρωτεύουσα Πόλη σπουδαία απέναντι από την Τροία, εκεί που συναντιούνται δυο ήπειροι και δυο θάλασσες. Και πάλι μέσα από πολύν ιδρώτα, αίμα, μα και πνεύμα οικοδομούσε η Μικρασία την προκοπή της, προκοπή οικονομική, κοινωνική, αλλά και πνευματική. Ανέδειξε πατέρες θεολόγους που ακόμα και σήμερα με πολύ δέος μόλις που ψηλαφούμε την σκέψη τους, και μπροστά στους οποίους η βαρβαρική πια Δύση τότε προσκυνούσε με ζήλεια.

Αλλά η Ιστορία έχει γυρίσματα, και δεν συγχωρεί λάθη και ολιγωρίες. Η ακμή φέρνει ευημερία, και η ευημερία την τεμπελιά, και η τεμπελιά τον όλεθρο, και έτσι βρήκαν ευκαιρία οι Τούρκοι, ημιάγριοι κεντροασιάτες νομάδες, και πάτησαν πόδι στην γή που γέννησε τόσους φιλοσόφους και τόσους αγίους, και την κάνανε δικιά τους. Και ακόμα κάνανε και τους ανθρώπους της δικούς τους, με ασιάτικη βαρβαρότητα και πονηριά, και έτσι όλο και μεγάλωνε η δύναμή τους, και όλο και εξέλιπε η ρωμιοσύνη από τα προγονικά χώματα. Πάει και η Έφεσος, πάει και η Λαοδίκεια, και οι άλλες πόλεις, εάλω, τέλος, και η Πόλις των πόλεων, η Βασιλίς και Κυρία.  Σκοτάδι!

Κι όμως, μέσα στον σκοτεινό Μεσαίωνα, μέσα στην ζοφώδη και ασέληνο νύχτα, που για εμάς ταυτίζεται με την επαχθή τουρκική σκλαβιά, το Γένος των Ρωμιών άντεξε στην Μικρασία. Άντεξε τους εξευτελισμούς, τα χαράτσια, τις ατιμώσεις, τους  εκτοπισμούς, τους βίαιους εξισλαμισμούς και τα παιδομαζώματα. Τρώγανε, τρώγανε τα θεριά, και έμενε πάντα και μαγιά, και το Γένος δεν έσβηνε. Οι κοινότητες των Ρωμιών κρατούσαν, πότε με την παλληκαριά, πότε με την πονηριά. Τα γράμματα και το πνεύμα περιορίστηκαν, αλλά έδωσαν τόπο και θέριεψε η ψυχή. Διωγμοί συνεχείς, νεομάρτυρες χιλιάδες. Κάθε χωριό, κάθε γειτονιά είχε και τους δικούς της. Και πάντα εργατικοί και φιλότιμοι οι προπαππούδες μας  κατόρθωναν, αν και ραγιάδες, να νοικυρεύουν τις δουλειές και τα σπίτια τους, να επικρατούν στο  εμπόριο και τις τέχνες, να είναι παραδόξως η πρώτη δύναμη σε μιαν αυτοκρατορία όπου άλλοι διαφέντευαν.

Και μετά ήρθε ο εικοστός αιώνας, και ήρθαν τα πάνω κάτω, και για μια στιγμή νόμισαν οι Ρωμιοί πως μύρισαν λευτεριά, αλλά αλλοίμονο! Ο Ελληνικός στρατός, που με τόσον ενθουσιασμό υποδέχθηκαν στην Σμύρνη, σύντομα θα συνδέονταν με τον χαμό τους.

Οι συσχετισμοί είχαν προ ολίγου καιρού τώρα αλλάξει. Τα μιλέτια και οι εθνότητες που πριν απολάμβαναν της ανοχής του Οθωμανικού καθεστώτος, έστω και υπόδουλα, τώρα στοχοποιούνται, και φρικωδώς αφανίζονται από το νεο-τουρκικό κατεστημένο. Αρμένιοι, Ασσύριοι, Μαρωνίτες, Ρωμιοί, οφείλουν να πεθάνουν, ή να εκτουρκιστούν. Δεν είναι πια ανεκτοί στο κεμαλικό καθεστώς της εθνικής καθαρότητος και του παντουρκικού ιδεολογήματος. “Ή αγάπα -την Τουρκία-, ή τσακίσου και φύγε” (ya sev, ya terket), η κεντρική αυτή ιδέα του κεμαλισμού ακόμα προτάσσεται με παρρησία ως σύνθημα από τους επιγόνους του, τους θρασείς “γκρίζους λύκους”.

Ο Λαός αυτός που επί 3000 χρόνια πότιζε το χώμα της Μικρασίας με το αίμα και τον ιδρώτα του, τώρα σφαγιάζεται αλύπητα, και εκδιώκεται κακήν-κακώς από τις πατρογονικές του εστίες. Οι πολιτείες του παραδίδονται στις φλόγες, τα ιερά του στην σύληση, οι κόρες του στις ατιμώσεις, τα παιδιά του σε ηρώδειες βρεφοκτονίες, τα νειάτα στον αργό θάνατο των ταγμάτων εργασίας, και όσοι καταφέρνουν να γλιτώσουν “συνωστιζόμενοι στην παραλία της Σμύρνης”, όπως αναιδώς κυρήττει η νεοταξική politically-correct σαχλοκουλτούρα, όσοι λοιπόν καταφέρνουν να γλιτώσουν, κοντά ενάμισο εκατομμύριο ψυχές, καταδικάζονται σε ισόβια προσφυγιά, και σε μαύρες στοιχειωμένες μνήμες.

Θα γράψει χαρακτηριστικά ο μέγας λογοτέχνης για τις σφαγές:

“..τσακίστηκαν τα ευζωνάκια, έφυγαν, εμείς απομείναμε. Εμείς απομείναμε, γύρισαν οι τούρκοι ... έκαψαν, έσφαξαν, ατίμασαν, τούρκοι είναι αυτοί, μαθές. Μάζεψα όσους βρήκα ζωντανούς... λίγους άντρες, κάμποσες γυναίκες, πολλά παιδιά. Πήραμε τα κονίσματα, και το ευαγγέλιο, και το λάβαρο του Αη-Γιώργη, πήραμε και ό,τι άλλο μπορούσαμε, μπήκα μπροστά, άρχισε η έξοδος, ... κυνηγητό, πείνα, αρρώστιες, κάμποσοι μείνανε στον δρόμο. Τους θάφταμε, κινούσαμε πάλι, όσοι ζωντανοί...

...μερικοί από εμάς πρόλαβαν και πήγαν στο κοιμητήρι, πήραν τα κόκαλα των πατέρων τους, και τα κουβαλούν μαζί τους, να μπουν θεμέλιο στο καινούριο χωριό μας...”

Θα βρεθούν λοιπόν οι πρόσφυγες στην νέα τους γή, “με την ελπίδα μόνο και την χάρη /...για να'βρει πάλι ρίζα το χορτάρι..”, όπως μας τραγουδά ο ποιητής, και θα ριζώσουν, όχι χωρίς δυσκολίες και προβλήματα, με τις μαύρες μνήμες να στοιχειώνουν τον ύπνο τους τα βράδια, και την καχυποψία και την “αδελφοφοβία” του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού και την ανευθυνότητα και την διαφθορά των κυβερνήσεων να τους κατατρέχουν την ημέρα. Μα θα ριζώσουν, και θα κάνουν ό,τι έκαναν αιώνες τώρα: θα προκόψουν.

Θυμάται ο πνευματικός μας φάρος, ο Φώτιος Κόντογλου, ο Αϊβαλιώτης:

«…Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατολή, αλλά η ρόδα της Τύχης, που γυρίζει ολοένα, ξερίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ’ έριξε στην ξενιτειά, σ’ ανθρώπους που μιλούσανε την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που έχουνε άλλα συνήθεια. Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κ’ εγώ σε τούτα τα χώματα…»

Ημέρεψε όμως και η αδελφοφοβία, γλύκανε. Πώς θα γινόταν αλλιώς; Δεν ήταν ξένοι αυτοί που βρέθηκαν εδώ, Έλληνες ήταν, πάππου προς πάππο, όμαιμοι, ομόδοξοι, ομόθρησκοι, ομότροποι.  Μπήκαν στην ίδια κοινωνία με τους γηγενείς, ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αδιαιρέτως γιατί πέτυχαν οργανική ενσωμάτωση, ίδιο έθνος, ίδιο Γένος, χωρίς αντιπαλότητες και καρκινικές γκετοποιημένες συσσωματώσεις, αλλά και ασυγχύτως, διότι δεν ξέχασαν την καταγωγή τους, την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, που πάντα είναι το διαπιστευτήριο για την δημιουργική ένταξη σε μια ζωντανή κοινωνία. Και πράγματι, αυτή η ένταξη δεν μπορούσε να είχε γίνει πιο ουσιαστικά. Τα περισσότερα Ελληνόπουλα σήμερα, λίγο ή πολύ, έχουν και κάποιον πρόγονο που κρατάει από τις χαμένες πατρίδες.

Πλην όμως τα παραπάνω τίποτα δεν αφαιρούν από την τραγικότητα της Καταστροφής, της μεγαλύτερης που έπληξε τον Ελληνισμό σε όλην την μακρόσυρτη ιστορική του διαδρομή. Δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε καταστροφή, ούτε για μια “απλή” γενοκτονία, αλλά για τον αφανισμό ενός ολόκληρου πολιτισμού, μιας άλλης ακμάζουσας, μα τώρα χαμένης Ατλαντίδας, το ξεπάτωμά του από τα χώματα όπου ήκμασε και δημιούργησε μια μοναδική πρόταση ζωής, έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο να αντιλαμβάνεται, να ερμηνεύει, και να νοηματοδοτεί τον κόσμο που τον περιβάλλει, τον ορατό, μα και τον επέκεινα, τον αόρατο. Έναν Πολιτισμό, και έναν Τρόπο που σήμερα, στην μετα-νεωτερική καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία καταβροχθίζει τα πάντα στον πλανήτη, -φύση, ανθρώπους, νερά, θάλασσες και βουνά- αρθρώνει την δική του στέρεα αντιπρόταση για ανθρώπινη πληρότητα και ευτυχία.

Υπ' αυτό το πρίσμα η απώλεια του ζωτικού χώρου της Μικρασίας δεν είναι απλά Ελληνική υπόθεση, αλλά πλήττει καίρια τον παγκόσμιο πολιτισμό και τις γενιές που έρχονται. “'Εγκλημα κατά της ανθρωπότητος” θα το λέγαμε ίσως, αν δεν φρόντιζαν οι ισχυροί και οι άρχοντες της γής να χάσει και αυτή η φράση το νόημά της...

Χάθηκε λοιπόν η Μικρασία, ξηλώθηκαν ο Όμηρος, ο Θαλής, ο Πυθαγόρας, η Αγία Ελένη, ο Μέγας Βασίλειος, ο Αγ. Μάξιμος, οι αφανείς Νεομάρτυρες, πάνε και οι αρχαίες πόλεις, Τροία, Έφεσος, Μίλητος, Αλικαρνασσός, και οι άλλες, η Καισάρεια, τα Κοτύωρα, η Πάνορμος, η Σμύρνη, το Αιβαλί, η Τραπεζούντα και η Σινώπη, γκρεμίστηκαν οι εκκλησιές, οι σταυροί και τα κονίσματα, έσβησαν οι μοσχοβολιές και οι γεύσεις, σίγασαν τα βιολιά, τα σαντούρια και οι λύρες, σώπασαν και οι Ρωμιοί ψάλτες και τραγουδιστάδες. Σπίτια, υποστατικά, μαγαζιά, εργοστάσια, σχολεία, όλα ρήμαξαν. Μείναμε μόνο εμείς, τρίτη τέταρτη γενιά να πολεμάμε με τις μνήμες, και να αναλογιζόμαστε αμήχανα το χρέος μας.

Διότι ως απόγονοι εκείνων, αλλά και ως φορείς -εκόντες άκοντες του ίδιου πολιτισμού με αυτούς- έχουμε χρέος. Απέναντι στις γενιές που προηγήθηκαν από εμάς, που μας γέννησαν, και που μέσα σε εμάς ζούνε, και θα ζούνε όσο εμείς τιμούμε την μνήμη τους, και ζωντανεύουμε τα όνειρά τους. Απέναντι στις γενιές που έρχονται μετά από εμάς, που έχουμε την ευθύνη να τους παραδώσουμε έναν κόσμο οχι απλώς όμορφο και άνετο, αλλά κυρίως έναν κόσμο με πλήρες νόημα ζωής, έναν κόσμο που δεν θα αυτοκτονούν μαζικά, πλακωμένοι από το υπαρξιακό κενό τους. Αλλά χρέος έχουμε και απέναντι στους άλλους λαούς, που ολοένα και περισσότερο τσακίζονται στα αδιέξοδα της σύγχρονης εποχής και της νέας τάξης πραγμάτων.

Πρώτο χρέος, αυτονόητο, είναι να μην ξεχάσουμε. Όχι μόνο τους παππούδες που ήρθαν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες, παίρνοντας μαζί τους -όσοι έζησαν- κομμάτια και σπαράγματα μιας ολόκληρης ζωής, και μνήμες στοιχειωμένες, αλλά κυρίως να μην ξεχάσουμε όλους τους προηγούμενους, από τον Όμηρο και τον Θαλή, μέχρι τον Αη-Γιώργη τον Χιοπολίτη και τον Χρυσόστομο Σμύρνης, όσους με την ζωή και την πολιτεία τους, με το αίμα και την γραφίδα τους, με το καλέμι και το μυστρί τους, έστησαν αυτό το πολιτιστικό οικοδόμημα, που μοσχοβολούσε στον κόσμον όλο, και τον χαμό του οποίου σήμερα θρηνούμε. Και όσο θρηνούμε, και δεν ξεχνούμε, και προσκυνούμε το αίμα τους και τον πολιτισμό τους, τόσο και θωρακιζόμαστε για όσες δυσκολίες μας περιμένουν ακόμα.

Χρεός δεύτερο, να σηκώσουμε με τιμή και σεμνή περηφάνεια το βάρος της κληρονομιάς που μας παρέδωσαν. Να μην ντραπούμε για αυτήν. Θεός φυλάξοι! Να αποβάλουμε την μειονεξία που εντέχνως και πονηρά θέλει να μας ενσταλάξει η νέα τάξη πραγμάτων, που για δικούς της, μιαρούς και σκοτεινούς λόγους μας θέλει λιωμένους και απρόσωπους μέσα στον νέο παγκοσμιοποιημένο εθνικό χυλό. Να περιφρονήσουμε όσους επιχειρούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε και ποια είναι η διαχρονική μας πορεία, όσους ελαφρόμυαλα μας εντάσσουν σε αλλότριες προς εμάς θεωρίες εθνογένεσης Δυτικού τύπου, όσους μας λένε ότι το '22 οι Ρωμιοί απλώς “συνωστίστηκαν” και δεν σφαγιάσθηκαν στην παραλία της Σμύρνης, όσους αναιδώς και εμετικώς διεκδικούν την μετονομασία της οδού Αγ.Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη σε οδό “Κεμάλ Αττατούρκ”, όσους πλαγίως ή ευθέως μας οδηγούν να υποτιμήσουμε και να ξεχάσουμε την Γλώσσα μας, θεμελιώδες συστατικό της ταυτότητας μας, όσους σπεύδουν να ειρωνευτούν κάθε εκδήλωση αγάπης προς την πατρίδα και κάθε αγωνία για την συνέχεια του Γένους, όσους αφελώς ονομάζουν “μεσαίωνα” την ογκωδέστατη παραγωγή λόγου, τέχνης και πνεύματος στην εξελληνισμένη ρωμαϊκή Ανατολή, όσους τέλος ανέχονται να παρουσιάζεται η αρχαία μας ιερή μας κληρονομιά στην Μικρασία,  ως -άκουσον άκουσον- “πρώιμος τουρκικός πολιτισμός”.

Αντίδοτο στην κουτοπόνηρη αυτή απόπειρα πνευματικής και ηθικής μας γενοκτονίας ας έχουμε τα λόγια του συγγραφέα και στοχαστή Μίλαν Κούντερα:  “Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος είναι να διαγράψεις τη μνήμη του. Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του. Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία. Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν. Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα...”

Χρέος τρίτο και βαρύτερο, να αφήσουμε στην άκρη την αβάσταχτη ελαφρότητα του μυαλού μας, και να σκύψουμε με δέος, μαθητές όλοι μας, πάνω στην τρισχιλιόχρονη παράδοσή μας, να την γνωρίσουμε στην ολότητά του βάθους της, να αρχίσει ο νούς και η καρδιά μας να μοσχοβολά από το πνεύμα που αναδύεται, να έρθη η ευλογημένη και γλυκειά και λιτή ψυχική πληρότητα των προγόνων να εκτοπίσει την καταναλωτική ματαιοδοξία μας. Αυτός είναι ο βαθύτερος πνευματικός λόγος που μας κρατά ως σήμερα και δεν αφανιζόμαστε. Και αυτό το χρέος είναι που χρωστάμε κυρίως στους άλλους λαούς. Αν δεν σπουδάσουμε εμείς οι ίδιοι τον πολιτισμό μας, αν δεν τον βγάλουμε από τα μουσεία, και να τον φυλάξουμε στην καρδιά μας, τότε αυτός σβήνει, και σβήνουμε και εμείς μαζί, και ο κόσμος όλος φτωχαίνει.

Να λοιπόν η νέα Μεγάλη Ιδέα για να υπηρετήσουμε και να μας κρατήσει ζωντανούς στα χρόνια που έρχονται: να βγούμε έξω στον κόσμο “ωραίοι ως Έλληνες”, να δώσουμε την δική μας απάντηση στην αδιέξοδη εποχή μας. Αν δεν το κάνουμε, τότε -με πόνο θα το πώ- δεν έχουμε κανέναν λόγο ύπαρξης σε αυτόν τον κόσμο, και όπως λέει και ένας σύγχρονος Έλλην στοχαστής: "...πολύ φοβάμαι ότι θα δούμε (η γενιά μας) το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού για πνευματικούς λόγους, ... όπως για πνευματικούς λόγους επέζησε ως σήμερα."

<< Επιστροφή